You are on page 1of 21

Περιοδικό Φιλοσοφεῖν

Η πολιτική πράξη στον Heidegger


και στον Marx
Πόσο επίκαιρη μπορεί να Είναι;

Δημήτρης Τζωρτζόπουλος
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας–Συγγραφέας

§1

Το Είναι και το Πολιτικό

Μ ια πρώτη ανάγνωση του τίτλου φαίνεται να μας


βυθίζει σε απορίες: ποια πολιτική πράξη έχει να
επιδείξει ο Χάιντεγκερ, αυτός ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος του
Είναι και κατά τα φαινόμενα βαθιά απολιτικός; Ποια σχέση
μπορεί να έχει η εν λόγω πράξη με το πολιτικό πρόταγμα
του Μαρξ; Εν τέλει, γιατί και κατά πόσο η σημερινή ψευδής
πραγματικότητα του Πολιτικού, ως μια άλλη, ιδιάζουσα,
φωνή δια-μαρτυρίας εκ μέρους του Είναι, μας καλεί να α-
νταποκρινόμαστε στον Λόγο της ως άνω πράξης, προκει-
μένου η συγκεκριμένη πραγματικότητα να φωτίζεται με
λιγότερες ψευδαισθήσεις; Τα ερωτήματα αυτά και άλλα
πολλά, παρόμοιας υφής, μας διανοίγουν σε μια διερευνητι-
κή οδό από τον Μαρξ στον Χάιντεγκερ και σε μια σύλληψη
του Πολιτικού υπό τη δυναμική του ερωτήματος για το
νόημα του Είναι και αντιστοίχως για την αποστολή της φι-
λοσοφίας. Για τον γερμανό φιλόσοφο, η φιλοσοφία, εάν θέ-
λει να ερωτά για το νόημα του Είναι, δεν μπορεί να αγνοεί

© Copyright Φιλοσοφεῖν 177 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

τη σφαίρα των ανθρωπίνων υποθέσεων,1 συνεπώς τον


χρόνο και τον κόσμο της κλυδωνιζόμενης ύπαρξης του αν-
θρώπου. Γι’ αυτό, η αποστολή της δεν είναι να ιερουργεί ως
επιστήμη, μεταφυσική ή κοσμοθεωρία,2 ειδικά μετά τη με-
γαλειώδη ολοκλήρωση της συστηματικής πραγμάτωσης της
φιλοσοφίας από τον Hegel. Ένα τέτοιο ιερουργείν, όπως
σωστά υποστηρίζει ο Χάιντεγκερ, έχει τον χαρακτήρα μιας
λειτουργικής και όχι ιστορικής αποστολής της φιλοσοφίας.
Στην λειτουργική αποστολή, ανήκει, ας πούμε, μια ιδεολο-
γική, κοσμοθεωρητική, μεταφυσική, θεολογική μεθόδευση
ή συνάρτηση της φιλοσοφίας. Η ιστορική της όμως απο-
στολή εγκυμονεί έκρηξη, ξέσπασμα, αφύπνιση (Aufbruch)
και ορισμένως θέτει τον καθένα μπροστά στην αναγκαιό-
τητα να σκέπτεται πολιτικά.
Το πολιτικώς σκέπτεσθαι, έτσι όπως το κατανοεί και
επιχειρεί να το πραγματώσει φιλοσοφικά ο Χάιντεγκερ, δεν
έχει καμιά σχέση με την τρέχουσα έννοια του πολιτικού
πρακτικισμού ή ακτιβισμού, αλλά γίνεται αισθητό μέσα
στο περιβάλλον της σκέψης που δοκιμάζει να εισδύσει στα
έγκατα του συγκαλυμμένου Είναι (μας). Η πολιτεία της κα-
θημερινής πολιτικής πράξης θυσιάζεται αφειδώλευτα για
τη μονοσήμαντη επικράτηση μιας τέτοιας συγκάλυψης, και
μάλιστα στο όνομα της αποκάλυψης. Ο πολιτικός ακτιβι-
σμός, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα και τον βίωσε και ο
Χάιντεγκερ στην εποχή του, καταδικάζει τον άνθρωπο στο
ρόλο του αγελαίου μαζανθρώπου, εκείνου του πραγμοποιη-
μένου και αποξενωμένου όντος που η ύπαρξή του, «το
Dasein, φεύγει μπρος από τον ίδιο του τον εαυτό –τον εαυτό

1 Heidegger, M., Die Grundbegriffe der Metaphysik, GA 29/30. Vittorio


Klostermann, 20043, σ. 23.
2 Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής, Περί Αλήθειας, Περί Τεχνικής, ει-

σαγωγή-μτφρ.-σχόλια Τζωρτζόπουλος, Δημ., Ηριδανός, Αθήνα 2011,


σ. 143 κ.εξ. Βλ. επίσης Heidegger, M., Die Grundbegriffe der Metaphysik,
ό.π., σσ. 3 κ.εξ.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 178 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

ως δυνατότητα αυθεντικής εαυτότητας»3 και πολτοποιείται


μέσα στη δικτατορία των «πολλών» (Man).4 Η στερέωση
αυτής της δικτατορίας αντιστρατεύεται ευθέως την αυθε-
ντικότητα5 του ανθρώπινου Dasein, γιατί το καθέκαστο αν-
θρώπινο ον κρύβεται πίσω από το προσωπείο του «άλλου»,
γίνεται απρόσωπο και αποκόπτεται από τις δυνατότητες
που περιέχει το Είναι (του). Το Είναι παραμένει συγκαλυμ-
μένο. Όσο πιο πολύ, επομένως, η φιλοσοφία ακούει τη φω-
νή του εν λόγω Είναι και εισδύει κατανοητικά στην ενδότα-
τη αλήθεια του, τόσο πιο αποφασιστικά η υπαρκτική μας
παρουσία στον κόσμο, το εντός του κόσμου-Είναι (μας), εμ-
βιώνεται ως έκρηξη, ως ξέσπασμα. Τι άλλο είναι όλες οι ι-
στορικές επαναστάσεις στον κόσμο τούτο, αν όχι μια τέ-
τοια εμβίωση; Γι’ αυτό, και μόνο όταν συμβαίνει τούτο το
ξέσπασμα, συντελείται πολιτική σκέψη και πράξη εν ταυτώ,
κατά τον γερμανό φιλόσοφο· ή, πράγμα που είναι το ίδιο,
αυτό το ξέσπασμα μπορεί να εισέρχεται στη ζωή μας μόνο
ως πολιτική σκέψη και πράξη, όχι όμως και ως κομματική
εκδούλευση.
Εάν ο κομματισμός ισούται με τον πιο αισχρό πολιτι-
καντισμό6, με την πιο επικίνδυνη δηλαδή λησμονιά του πο-
λιτικού μας Είναι και συνιστά έκπτωση του ανθρώπινου
Dasein, εγκατάλειψη του Εαυτού, το ενιαίο πολιτικής σκέ-
ψης και πράξης είναι μια αεί παρούσα διάνοιξη της φιλοσο-

3 Χάιντεγκερ, Μ., Είναι και Χρόνος, μτφρ. Τζαβάρας, Γ., Δωδώνη, σ.


299.
4 Ό.π., σ. 213-214.

5 Η αυθεντικότητα κατανοείται από τον Χάιντεγκερ ως ιδιοποίηση

του εαυτού ( βλ. Είναι και Χρόνος §9).


6 Στην εποχή του ο Μαρξ θεωρούσε την οργάνωση του προλεταριά-

του σε κόμμα ως την πιο ισχυρή προϋπόθεση για την κοινωνική και
πολιτική του απελευθέρωση, στις εποχές μας η έννοια του κόμματος
έχει εκφυλιστεί σε μηχανισμό αναρρίχησης στην εξουσία των πιο
ανίκανων στοιχείων της μαζικής «δημοκρατίας» με όλες τις ολέθρι-
ες συνέπειες για την ιστορική πορεία μιας χώρας.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 179 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

φίας στην αγωνία, ήτοι στον αγώνα, του ανθρώπου για ο-


ντολογική πραγμάτωση. Ενόσω συντελείται πολιτική σκέ-
ψη, επιτρέπει στον Χάιντεγκερ και μέσω αυτού στον καθέ-
να μας να διαγιγνώσκει ότι «ο δυτικός κόσμος τρίζει στους
αρμούς του»7 και ότι ουδείς δικαιούται πλέον να «παίζει το
ρόλο της υποτιθέμενης πνευματικής ελιτ»,8 όπως δεν δι-
καιούνται να παίζουν τέτοιο ρόλο και αντίστοιχες πολιτι-
κο-πνευματικές συντεχνίες.9 Ως διαγιγνώσκων, ο φιλόσο-
φος γίνεται αποκαλυπτικός από άποψη αρχής: το συντε-
χνιακό παράδειγμα πολιτικής κατά τη νεωτερική εποχή, η
σαθρότητά του και η «κατ’ επίφαση κουλτούρα»,10 που νο-
μιμοποιεί αυτό και τη σαθρότητά του, έχουν βρει γόνιμο
έδαφος μέσα στον άξενο χώρο της μεταφυσικής, σε τούτη
την «πατρίδα» της λησμονιάς του Είναι ως Είναι. Στην ίδια
τούτη «πατρίδα» ενοικεί κατά τον Χάιντεγκερ και ο μαρξι-
σμός. Η πολιτική πράξη, ως εκ τούτου, των Χάιντεγκερ–
Μαρξ, που μας αφορά εδώ, εξετάζεται από τη σκοπιά ετού-
της της καθορισμένης υπέρβασης της μεταφυσικής. Υπέρ-
βαση όμως όχι με το νόημα της εγελιανής Aufhebung, αλ-
λά του οδυνηρού του αποχωρισμού,11 του αποχωρισμού που

7 Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής … ό.π., σ. 151.


8 Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής … ό.π., σ. 152. «Πνευματική» και

«πολιτική ελίτ», για τον Χάιντεγκερ, είναι το αδιαίρετο όλο του κα-
κού: ελλείψει πραγματικών ικανοτήτων για ανάληψη ηγετικού ρό-
λου, αυτο-παρουσιάζονται ως «απεσταλμένοι του θεού» και κατα-
βυθίζουν τις χώρες τους στο σκοτάδι και στη διάλυση. Ό,τι ακριβώς
συμβαίνει και με τους εγχώριους άξεστους πολιτικούς, με τους «πα-
ραφουσκωμένους βάτραχους» (Μαρξ) της εν Ελλάδι εξ-ουσίας. Γι’
αυτό και η πολιτική σκέψη του Χάιντεγκερ καθίσταται επίκαιρη όσο
ποτέ άλλοτε.
9 Heidegger, M., Einführung in die Metaphysik GA 40, σσ. 51-52.

10 Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής … ό.π., σ.151.

11 Verwindung: εγκατάλειψη ως αποδοχή. Τούτη την έννοια-όρο ο

Χάιντεγκερ τη διαχωρίζει ρητά από την έννοια-όρο Überwindung,

© Copyright Φιλοσοφεῖν 180 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

συμβαίνει κατ’ αναγκαιότητα και με πολύ πόνο. Αυτός ο


αποχωρισμός κηρύσσει την εγκατάλειψη του χώρου της
μεταφυσικής και την εγκατάσταση του φιλοσοφείν εκεί
που συμβαίνει ιστορία. Πού συμβαίνει ιστορία; Στην πόλη,12
εννοημένη όχι τόσο ως κρατικό ή πολιτειακό μόρφωμα όσο
ως τον ιστορικό τόπο, «εντός του οποίου, εκ του οποίου και
για τον οποίο [το Πολιτικό] δεν είναι πολιτικό, επειδή σχε-
τίζεται με τον πολιτικό, τον στρατηγό και τις κρατικές υ-
ποθέσεις, αλλά [επειδή] οι ποιητές … οι διανοητές … οι ιε-
ρείς … οι άρχοντες … είναι πραγματικοί δημιουργοί».13 Αυ-
τοί εδώ είναι πολιτικοί, με το νόημα ότι βρίσκονται στον ι-
στορικό τόπο, αλλά εδώ είναι μοναχοί, άρριζοι, έξω από
κάθε δομή και σταθερότητα. Ακριβώς γι’ αυτό είναι συγ-
χρόνως ανέστιοι, αν-οίκειοι και ως τέτοιοι πρέπει να δρά-
σουν με άλλη σκέψη, έξω από την ως τώρα συμβατή συν-
θήκη του κρατικού, πολιτικού, συντεχνιακού μηχανισμού.

§2
Η βιαιο-πραγία του Πολιτικού

Αυτοί οι δημιουργοί είναι μόνο δημιουργοί αλλά ενερ-


γώς πραγματικοί δημιουργοί, σημειώνει με νόημα ο Χάι-
ντεγκερ, και, επειδή έρχονται στο Είναι μόνο ως ενεργώς
πραγματικοί δημιουργοί, κατονομάζουν τον (πολιτικά) αυ-
θεντικό τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου ως βιαιο-πραγία, δη-
λαδή ως ένα πράττειν που χρειάζεται βία14 για να τελε-
σφορήσει· βία υπό την έννοια της προμηθεϊκής, αντισυ-
στημικής ανάληψης δράσης εντός του συστήματος. Τι θέλει

που συνήθως έχει πιο πολύ χαρακτήρα διαλεκτικό και λογίζεται


καθαρά νεωτερική έννοια.
12 Heidegger, M., Einführung in die Metaphysik, GA 40, σ. 161.

13 Ό.π., σσ. 161-162.

14 Η χαϊντεγκεριανή βία διεκδικείται στο Είναι ως επιβλητική δύνα-

μη, ως δύναμη που είναι αποφασισμένη για όλα.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 181 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

να μας πει με αυτό ο Χάιντεγκερ; Πως η φωνή του Είναι


μας προ-καλεί να αναζητήσουμε την ουσία της πολιτικής
πράξης στον ιστορικό τόπο, δηλαδή στην ιστορική παρουσία
ενός θεμελιωτικού δημιουργείν, που δεν προϋποθέτει την
ύπαρξη κρατικών θεσμών, κοινωνικής τάξης, έναν οργα-
νωμένο χώρο και τόπο ή κάποιους ιδεολογικούς πατέρες
και παρόμοια για να έλθει στο Είναι, ούτε γίνεται ενεργώς
πραγματικό κατ’ εντολή τους· εάν συνέβαινε αυτό, δεν θα
ήταν ούτε θεμελιωτικό ούτε αυτό που βιαιοπραγεί με την
πιο πάνω σημασία ούτε μοναδικό σε ριζοσπαστικότητα ού-
τε θα αποδομούσε την «πεφωτισμένη» υποκειμενικότητα
της συστημικής-καθεστωτικής εξουσίας. Απεναντίας είναι
το ίδιο, με τη μορφή του αποφασισμένου και αποφασιστι-
κού Dasein των ανθρώπων, που πρέπει να θεμελιώνει θε-
σμούς, λαϊκές κοινότητες και πάτριες εστίες. Αυτό το δη-
μιουργείν φιλοσοφικά κατονομάζει την άλλη απαρχή που
πρέπει να κάνει το φιλοσοφείν. Ετούτη η απαρχή δεν είναι
ένα γραμμικό ξεκίνημα εντός μιας ήδη ισχύουσας εξελικτι-
κής προόδου, που δεν κάνει άλλο από το να αναπαράγει τη
λησμονιά του Είναι· αντίθετα είναι ένα «άλμα προς τα
μπρος», και είναι τέτοιο, στο βαθμό που πρώτα κάνει ένα
«βήμα προς το πίσω», ήτοι βυθίζεται μέσα στην ιστορικό-
τητα του Είναι, αποδιδράσκει μέσα στην ιστορία του, για να
αναδυθεί τελικά απ’ αυτή.15 Επομένως πρόκειται για ένα
κοινωνικό-πολιτικό δημιουργείν, που δεν έρχεται από το
μηδέν παρά από την ανα-τροπή του ζυγού των παραδοσια-
κών αιτιωδών εξηγήσεων και της κυριαρχίας της υποκειμε-
νικότητας. Ως πράξη δημιουργών λοιπόν δεν μπορεί να ε-
πιβιώσει μέσα σε ένα ωφελιμιστικό σύστημα που εγκλωβί-
ζει την πολιτική πράξη στον ως άνω ζυγό, για να αναπα-
ράγεται απαράλλακτα το ίδιο, παρά «μοναχή το δρόμο

15Το άλμα προς τα μπρος, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, είναι «το


τολμηρό εγχείρημα μιας πρώτης διείσδυσης στην περιοχή της ιστο-
ρίας του Είναι» (Beiträge zur Philosophie-Vom Ereignis GA 65, σ. 227).

© Copyright Φιλοσοφεῖν 182 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

παίρνει και ξανάρχεται μοναχή» (Σολωμός) μέσα στο πε-


ριβάλλον της λαϊκής κοινότητας (Volksgemeinschaft) –και
όχι της θεσμοθετημένης, της καθεστωτικής– για να δώσει
λόγο μόνο στον εαυτό της και σε κανέναν άλλο.
Έτσι αρχίζει να εκτυλίσσεται η πολιτική πράξη ως με-
τα-μεταφυσική εναντίωση στο αλυσιτελές του συντεχνια-
κού παραδείγματος πολιτικής με τις κατασκευασμένες κο-
σμοεικόνες και τις ηχηρές λέξεις, με τις οποίες καθημερινά
σφυροκοπείται το ενδοκοσμικό υπάρχειν του ανθρώπου.
Ακόμη εκτυλίσσεται ως μεταλλαγή της φιλοσοφίας σε μια
τέτοιας στοχαστικής εμβέλειας «ανθρώπινη δραστηριότη-
τα»,16 που να κονιορτοποιεί τις επίπλαστες βεβαιότητες,
μέσα στις οποίες ο μέσος άνθρωπος ανυψώνει «τη μετριό-
τητά του σε θεό».17 Αυτή η κονιορτοποίηση μας προϊδεάζει
για τον αγώνα, στον οποίο μας καλεί το Είναι, ενάντια στην
«επιπόλαια ελπίδα σωτηρίας από το χέρι της σύμπτω-
σης»,18 ενάντια στον συσκοτισμένο χαρακτήρα του Πολιτι-
κού. Αυτός ο αγώνας λογίζεται αγώνας αυτο-ερμηνείας ή
αυτοκατανόησης του Dasein (μας). Το τελευταίο τούτο, μέ-
σα στον ως άνω συσκοτισμό, στην εγκοσμιότητά του γενι-
κότερα, που δεν είναι λιγότερο σκοταδισμός, υποφέρει από
την παρερμηνεία του εαυτού του, από την άρνηση περαιτέ-
ρω της ύπαρξής του, από την απώλεια της αυθεντικότητάς
του. Όσο υφίσταται τούτη την απώλεια, τόσο επιχειρεί να
την αναπληρώνει με αξιωματικές αναρριχήσεις, πολυ-
πραγμοσύνες, ισοπεδώσεις, διεκδικήσεις, γενικώς με μια
μαζική δραστηριότητα μέσα στον κόσμο των πολλών· τέ-
τοιας υφής μαζική που να καθησυχάζει το Dasein (μας) μέ-
σα στο αναυθεντικό Είναι.19 Πως αντιμάχεται η φιλοσοφι-
κή πράξη αυτή τη μαζική αποχαύνωση; Με το να σκέπτε-

16 Heidegger, M., Die Grundbegriffe der Metaphysik, ό.π., σ. 28.


17 Ό.π., σ. 32.
18 Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής …, ό.π., σ. 132.

19 Χάιντεγκερ, Μ., Είναι και Χρόνος, ό.π., σ. 290.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 183 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

ται εκείνη την άλλη απαρχή, που έρχεται στο προσκήνιο


ως ερωτηματική διάνοιξη προς το θεμέλιο, προς τον λόγο
[=την αιτία] του Είναι, άρα προς την α-λήθεια –ήτοι τη μη
λήθη– του Είναι ως αυτού που ιδιο-συμβαίνει (sich er-eignet),
που συμβαίνει δηλαδή κατά την ιδίαν του φύση. Το Είναι
ως αυτό που ιδιο-συμβαίνει έχει τη θέση του μέσα στην ι-
στορία. Αυτή η θέση δεν είναι απλώς κάτι που τίθεται ή έ-
χει τεθεί δια παντός, αλλά το αναγκαίο τόλμημα να σχε-
διάζουμε, να προβάλλουμε (entwerfen) αυτό που ιδιάζει
στην ουσία του Είναι και το οποίο δεν γνωρίζουμε, εννοού-
με όμως να το αντιμετωπίζουμε ως ιδιο-συμβάν (Er-eignis).
Εάν για παράδειγμα ένας πολιτικός αγώνας ιδιάζει στην
ουσία της πόλης με το παραπάνω νόημα, συναφώς δε και
του Πολιτικού, οι πολίτες είναι ενεργά πολιτικά όντα, δη-
λαδή είναι μόνο ενεργώς πραγματικοί δημιουργοί, στο μέτρο
που τολμούν να τον σχεδιάζουν, να τον προβάλλουν, να
τον ιδιο-ποιούνται [=να τον καθιστούν ίδιον], ως αυτό που
ιδιο-συμβαίνει και αποτελεί την ουσία του (πολιτικού) α-
γώνα.
Η έννοια του αγώνα και του πολέμου ομο-λογεί, για
τον Χάιντεγκερ, προς το βίαιο-πράττειν –με το νόημα που
ετούτο συζητήθηκε πιο πάνω– «των δημιουργών, των ποιη-
τών, των στοχαστών, των πολιτικών».20 Αυτή η ομο-λογία
είναι ουσιωδώς ομο-λογία προς το Είναι, εντός και στο πεδίο
του οποίου διεξάγεται ο αγώνας του Πολιτικού ή το Πολι-
τικό ως αγώνας. Τι σημαίνει όμως ομο-λογία; Σημαίνει ότι
η σκέψη και η δράση του Dasein μας ανταποκρίνεται προς
τη φωνή του Είναι και έτσι διασφαλίζει την όδευση στην
ενδοχώρα του. «Ανταποκρίνεται» πάλι σημαίνει ότι «μιλάει
η γλώσσα, όχι ο άνθρωπος».21 Αλλά και η γλώσσα δεν μι-
λάει ερήμην του ανθρώπου, γιατί τότε στη σκέψη και στην
πράξη θα επικρατούσε ο ανηλεής δεσποτισμός του απόλυ-

20 Heidegger, M., Einführung in die Metaphysik , ό.π., σ. 66.


21 Heidegger, M., Der Satz vom Grund. Neske 1957, σ. 161.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 184 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

του Εγώ και κατ’ επέκταση το «αλάθητο» κάθε εξουσίας:


πολιτικής, θρησκευτικής, επιστημονικής κ.λπ. Απεναντίας,
η γλώσσα μιλάει υπό τον ορίζοντα της σχέσης του Είναι και
του ανθρώπου ως Da-sein. Έτσι μας στέλνει νεύματα, επι-
ταγές του Είναι και όχι του υποκειμένου· εάν δεν μας έστελ-
νε αυτές τις επιταγές του Είναι, εάν δεν μας «φώτιζε» ανα-
λόγως, οι κατ’ επάγγελμα εθνικοί μειοδότες και πολιτικοί
απατεώνες δεν θα γκρεμίζονταν ποτέ από την εξουσία.
Τούτο υποδηλώνει ότι τα προστάγματα του πολιτικού, α-
κόμη και τα θεσμοθετημένα, δεν ομο-λογούν a priori προς
την ενδότερη αλήθεια του Είναι· απλώς είναι προστάγματα
συγκάλυψης και όχι αποκάλυψης αυτής της αλήθειας. Ως
εκ τούτου αφορούν την εδραίωση της εξουσίας της γυμνής
υποκειμενικότητας και πρέπει να αποδομούνται. Πώς;
Πριν απ’ όλα με τον αγώνα, με τον πόλεμο, ενάντια στον
ψυχρό ορθολογισμό του εργαλειακού Λόγου της νεωτερι-
κότητας. Με τον αγώνα και τον πόλεμο περαιτέρω για την
επικράτηση του ποιείν (Dichten), με το προαναφερθέν νόη-
μα του δημιουργείν και των δημιουργών του Έθνους. Ως
Dichten, η γλώσσα από εργαλειακή γλώσσα μέσα στα σκο-
τεινά, μεταφυσικά διαμερίσματα ενός πολιτικού ανορθολο-
γισμού γίνεται η ομο-λογία του ανθρώπου προς την κλήση
του Είναι, γίνεται «ο αυθεντικός τρόπος, με βάση τον οποίο
ο άνθρωπος παίρνει μέρος στο ξέφωτο του Είναι».22
Πώς εννοεί ο γερμανός φιλόσοφος τον αγώνα και τον
πόλεμο; Με βάση το πνεύμα του ακόλουθου Ηρακλείτειου
χωρίου (απ. 53):

«Ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πά-


ντων βασιλιάς.
Και τους μεν τους αναδείχνει θεούς, τους δε ανθρώ-
πους, άλλους

22 Ό.π.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 185 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύθερους».

Κατά τον γερμανό φιλόσοφο λοιπόν πόλεμος δεν είναι μια


απλή φιλονικία, αντιπαλότητα, καβγάδισμα, εκτόπιση του
ενός μέρους για χάρη του άλλου, ένας αχρείος διαπληκτι-
σμός –σαν τις πολιτικές κοκορομαχίες των κάθε λογής μι-
σθοφόρων και πραιτοριανών– αλλά μια οντολογικής υφής
αντι-μαχία, αντι-δικία, δυνάμει της οποίας έρχονται στο
προσκήνιο τα αντι-μαχόμενα μέρη, δια-κρίνονται, αναδύο-
νται στην αμοιβαία τους παρ-ουσία, στην αλήθεια τους. Ο
πόλεμος-αγώνας είναι αυτός που γεννά τα πάντα, αλλά και
τα κυβερνά: τα πάντα εκ-τίθενται στο φως, αλληλο-
παρατίθενται, εξ-έρχονται σε φανέρωση, εντάσσονται εκεί
που ανήκουν: στο ξέφωτο. Όπου απουσιάζει αυτός ο πόλε-
μος-αγώνας, κυριαρχεί ο συμβιβασμός, η μετριότητα, η α-
σημαντότητα, η κατάπτωση και η παρακμή.23 Εάν συνεπώς
επιθυμεί ο καθένας μας να κατανοεί, έστω και κατ’ ελάχι-
στο, τα ενδότερα της απερίγραπτης σήψης του σημερινού
πολιτικού συστήματος και των αχυρανθρώπων του δεν αρ-
κεί να καταγγέλλει γενικώς και αορίστως τη μια κομματι-
κή όψη αυτού του συστήματος και να δοξάζει την άλλη,
αλλά να παίρνει ο ίδιος αποκαλυπτική θέση μάχης, να
προσανατολίζεται στον «πόλεμο-αγώνα» και στον Λόγο
αυτού του τελευταίου, έτσι ώστε να μην σκέπτεται απλώς
δεοντολογικά αυτόν τον πόλεμο, με τον συνήθη τρόπο των
ανθρώπων, αλλά να «δημιουργεί την αποφασιστική δυνα-
τότητα για ζωή και για θάνατο».24 Τότε η εικονική αλήθεια
του ενός και του άλλου πολιτικού μέρους αποκαλύπτεται
ως τέτοια και αποσαρθρώνονται οι καλλιεργούμενες αυ-
ταπάτες. Ο κατά Χάιντεγκερ πόλεμος δεικνύει και ποιεί:
άγει, θέτει εμπρός μας την έλευση στην ανοικτότητα (her-

23 Βλ. σχετικά κείμενα του Χάιντεγκερ για τον πόλεμο και τα συνα-
φή στο: Χάιντεγκερ, Μ., Περί Πολιτικής …, ό.π., σσ. 250-254.
24 Ό.π., σ. 251.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 186 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

vor-stellen). Τότε είναι που υποχρεώνει θεούς και ανθρώ-


πους να παρ-ελαύνουν στο παρόν και να μην μπορούν να
κρύβονται ή να συγκαλύπτονται. Εάν το πολιτικό γίγνε-
σθαι του σήμερα τελούσε εν επιγνώσει του και υπ’ αυτό
τον χαϊντεγκεριανό αστερισμό, πόσο θα μπορούσαν να
κρύβονται, να επικαλύπτονται οι καιροσκοπισμοί και οι
τυχοδιωκτισμοί των νάνων της πολιτικής;

§3
Ο μαρξικός κώδικας του Πολιτικού

Σε όλα σχεδόν τα πολιτικά του γραπτά, ο Μαρξ ομιλεί


κι αυτός, υπό μια πιο άμεσα κοινωνική-πολιτική οπτική,
για «πόλεμο-αγώνα». Τον εξειδικεύει ως αποφασιστικό,
διαρκή και ανελέητο πόλεμο-αγώνα των καταπιεσμένων
ενάντια στους καταπιεστές. Ο μαρξικός πόλεμος-αγώνας
είναι ταξικός αγώνας και μόνο ως τέτοιος μπορεί να είναι
πολιτικός αγώνας.25 Η όξυνση δε αυτού του ταξικού αγώνα
είναι πάντοτε το ζητούμενο μιας υπάρχουσας κοινωνίας
και συνιστά λιγότερο ή περισσότερο ένα είδος εμφύλιου
πολέμου.26 Ο Μαρξ εδώ μιλάει την κυριολεκτική γλώσσα
του Πολιτικού: μια πολιτική θεωρία ως κοσμοθεωρία, την
οποία επιχειρεί να αναδείξει μέσα από τη διαλεκτική υ-
πέρβαση της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και δη της εγελια-
νής. Εάν ο Χέγκελ, ένας από τους πιο γόνιμους φιλοσοφι-
κούς «πατέρες» του Μαρξ φέρνει στο κέντρο του νεωτερι-
κού προσανατολισμού της φιλοσοφίας την ιστορικότητα
της ανθρώπινης συνείδησης και τη διαλεκτική αντι-μαχία
υποκειμένου και υπόστασης, ο Μαρξ προσπαθεί να συλ-
λάβει αυτή την εγελιανή ιστορικότητα υλιστικά: ως ιστορι-
κότητα των κοινωνικών τάξεων και της πάλης αυτών των
τάξεων. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως πίσω από την αει-

25 Marx, K., Manifest der kommunistischen Partei, MEW 4, 471.


26 Ό.π., σ. 473.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 187 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

κινησία της απόλυτης Ιδέας του Χέγκελ ανακαλύπτει την


πρακτική αεικινησία του ανθρώπου. Η πραγμάτωση του
ανθρώπου τώρα δεν επιδιώκεται μέσα στην πραγμάτωση
του κόσμου των ιδεών, δηλαδή μέσα σε μια πραγματωμένη
ιδεαλιστικά φιλοσοφία, αλλά μέσα στην πρακτική πραγ-
μάτωση της φιλοσοφίας ως κοσμοθεωρίας που είναι διαμε-
σολαβημένη από την πολιτική-επαναστατική πράξη και ως
εκ τούτου υποτίθεται ότι υπερβαίνει την έννοια της ιδεολο-
γίας ως τέτοιας.
Ο πυρήνας όλης αυτής της μετα-φιλοσοφικής προέ-
λασης της μαρξικής σκέψης αποθανατίζεται σε μια από τις
πιο γνωστές και μεστές νοήματος ρήση του Μαρξ, στην εν-
δέκατη θέση από τις θέσεις του για τον Φόυερμπαχ. Η ρήση
αυτή έχει ως εξής:

«Οι φιλόσοφοι ως τώρα έχουν μόνο ερμηνεύσει τον κόσμο με


διάφορους τρόπους. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε».27

Το χωρίο αυτό έχει προκαλέσει πολλές και ποικίλες συζη-


τήσεις σε διαφόρους κύκλους διανοητών, μαρξιστών ή μη.
Ο Αλτουσέρ π.χ., γνωστός γάλλος αιρετικός μαρξιστής,
παρατηρεί σχετικά με την εν λόγω θέση: «… μια θεωρητι-
κά διφορούμενη γλώσσα αντιτάσσει τον μετασχηματισμό
του κόσμου στην εξήγησή του».28 Η θεωρητικά διφορούμε-
νη γλώσσα εδώ είναι τα συνεκτικά νοήματα της πιο πάνω
ρήσης και το αποφθεγματικό της λέγειν. Προφανώς, η συ-
γκεκριμένη ερμηνεία του Αλτουσέρ προβάλλει ως μια επί
πλέον θεωρητική οριοθέτηση, ως μια εντοίχιση των πολ-
λαπλών σημάνσεων της μαρξικής θέσης μέσα στη στενω-
πό της λεγόμενης «καθαρής θεωρίας». Με τη δική του αι-
νιγματική γλώσσα ο Χάιντεγκερ επιχείρησε κι αυτός μια
μετα-μαρξική ερμηνεία του ως άνω χωρίου. Η ερμηνεία του

27 Marx, K., Thesen über Feuerbach, MEW 3, 7.


28 Althusser, L., Pour Marx, La Découverte, Paris 1996, σ. 19.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 188 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

απαντά στη γενική, κοινωνικά προσανατολισμένη προ-


βληματική του Μαρξ. Ποια είναι αυτή η προβληματική σε
αδρές γραμμές; Κατά κύριο λόγο προσδιορίζει την κοινωνι-
κή αποστολή της φιλοσοφίας και την πραγμάτωσή της. Η
πραγμάτωση τούτη όμως δεν μπορεί να ισχύει ή να προσ-
λαμβάνεται ως καθαρή θεωρία, ήτοι ως θεωρησιακή φιλο-
σοφία, παρά ως μια κατανοητική διεργασία που καθοδηγεί
την πρακτική μας δραστηριότητα με τέτοιο τρόπο, ώστε η
τελευταία να κυοφορεί την αλλαγή. Στη συνάφεια τούτη, ο
Μαρξ θεωρεί περαιτέρω ότι το ανθρώπινο άτομο δεν είναι
ένα αφηρημένο ον, αλλά κατ’ εξοχήν κοινωνικό, όπως και η
ίδια η κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα α-
φηρημένο αντικείμενο μιας εποπτικής θέασης, αλλά ως συ-
γκεκριμένο πεδίο ανταγωνιστικών σχέσεων και ταξικών
συγκρούσεων. Η οποιαδήποτε εποπτική θέαση ή αφηρημένη
θεώρηση δεν συνιστά γνώση των πραγμάτων κι επομένως
δεν μπορεί να έχει πρακτική εφαρμογή, δηλαδή να επέχει
θέση κοινωνικής θεωρίας του προλεταριάτου. Δεν έχει
πρακτικό αντίκρισμα, γιατί δεν είναι σε θέση να αντικατο-
πτρίζει την αληθινή τους φύση ούτε να διακρίνει την εκά-
στοτε εσωτερική τους δυναμική. Εφόσον δεν παρακολουθεί
την εσωτερική κίνηση των πραγμάτων και δεν αναδύεται
απ’ αυτήν παραμένει μια υποκειμενική θεώρηση, μια άπο-
ψη δίπλα σε άλλες. Όπως πολύ παραστατικά σημειώνει ο
Ένγκελς, the proof of the pudding is the eating [=η απόδειξη ότι
υπάρχει η πουτίγκα είναι το φάγωμά της]. Στην Γερμανική
Ιδεολογία, ο Μαρξ καυτηριάζει τον μονόλογο που καλλιερ-
γεί η απλή παράθεση υποκειμενικών δοξασιών και ο οποί-
ος απέχει πόρρω από τη διείσδυση στο εσωτερικό του αντι-
κειμένου. Κάθε γνώμη για να είναι γνώση πρέπει να συμ-
βάλλει στην πρακτική αλλαγή του κόσμου. Πως μπορεί να
συμβάλλει; Όταν συνδυάζει συγχρόνως απόφαση και βού-
ληση. Απόφαση για το τι και το πως του πράττειν και βού-
ληση για μια ερμηνεία που θα προετοιμάζει τους όρους αλ-

© Copyright Φιλοσοφεῖν 189 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

λαγής, λαμβάνοντας υπόψη τις βιοτικές συνθήκες και ό,τι


άλλο σχετίζεται με τον ανθρώπινο βίο. Με χαϊντεγκερια-
νούς όρους μια τέτοια απόφαση δεν είναι Beschluß
[=περάτωση-περίκλειση], αλλά Entschlossenheit29
[=ξεκλείδωμα, άνοιγμα-αποφασιστικότητα].
Στο βάθος του χρόνου, η 11η θέση του Μαρξ έχει υπο-
στεί αμέτρητες καταχρηστικές ερμηνείες ή εφαρμογές από
τους πιο απρόβλεπτους θεωρητικούς ή εξ επαγγέλματος
πολιτικούς, χωρίς βέβαια να παραβλέπονται και παρα-
δειγματικές χρήσεις της. Οι παρερμηνείες αυτές και οι κα-
τά καιρούς στρεψόδικες εφαρμογές της όχι μόνο αντιστρα-
τεύονται ευθέως αυτό που εννοούσε ο ίδιος ο Μαρξ, αλλά
καθαγιάζουν, άνευ όρων, σκοταδιστικούς ιδεολογισμούς
των εν λόγω καθεστωτικών πρακτικών, οι οποίες θεμελιώ-
νουν με ενισχυμένο σκυρόδερμα ό,τι ακριβώς –ιδεολογικά,
πολιτικά και κοινωνικά– υποτίθεται πως αυτές πασχίζουν
να ξεθεμελιώσουν. Η επωδός των εν λόγω ερμηνευτικών
στρεβλώσεων, οι οποίες κυρίως προέρχονται από αυτό τού-
το το μαρξιστικό στρατόπεδο, συνοψίζεται περίπου σε τού-
το: τα προϊόντα του πνευματικού πολιτισμού που προηγήθη-
καν της μαρξικής σκέψης είναι αστική κουλτούρα και ως τέ-
τοια έχουν μόνο μια ιστοριογραφική αξία. Εάν θέλει κανείς
να αλλάξει τον κόσμο, πρέπει να αφήσει πίσω του αυτές τις
θεωρίες και να ασχοληθεί με την «πράξη». Ποια πράξη;
Προφανώς τον δικό τους πρακτικισμό-ακτιβισμό και τη συ-
νοδοιπορία με αυτόν τον ακτιβισμό. Ένας τέτοιος ακτιβι-
σμός είναι ψευδής πολιτική πράξη μιας εξίσου ψευδούς πο-
λιτικής συνείδησης που καθιδρύει και υπερασπίζεται από-
λυτα τον υποκειμενικό εξουσιασμό: είναι η «σοφή» θεωρη-
τικο-πρακτική συμπεριφορά του καθοδηγητή, του
ισνστρούχτορα, του ακατέργαστου πολιτικάντη ή του ανε-
ξέλικτου πολιτικού φορέα που, ως άλλος απεσταλμένος

29 Beiträge zur Philosophie, ό.π., σ. 101.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 190 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

του θεού, δεν επιτρέπει καμιά παρέκκλιση από τα δικά του


δόγματα και οδηγεί έτσι τη συλλογιστική για μια αυθεντι-
κή πολιτική πράξη σε ακρότητες. Η ενότητα θεωρίας και
πράξης αποδυναμώνεται και το μαρξικό παράδειγμα με-
ταφιλοσοφικής, δηλαδή μετά-μεταφυσικής, πραγμάτωσης
του Πολιτικού ναυαγεί. Για του λόγου το ασφαλές ας κοι-
τάξει κανείς πόσο έχει εντρυφήσει και πόσο εντρυφά ο εξ
επαγγέλματος πολιτικός, που δεν φείδεται να ομνύει πίστη
στον Μαρξ, στη σκέψη των μεγάλων φιλοσόφων. Τέτοια
ματαιόδοξα όντα της εξ-ουσίας αρνούνται, εν ονόματι του
Μαρξ, ως αντιμαρξικό ακριβώς αυτό που έπραξε ο Μαρξ
για να γίνει Μαρξ, δηλαδή τη βαθιά διείσδυση στα μεγάλα
ρεύματα της σκέψης ως προϋπόθεση για τη ριζοσπαστική
πράξη.
Επιχειρώντας ο Χάιντεγκερ να απαντήσει στο ερώτη-
μα για την κοινωνική αποστολή της φιλοσοφίας, δηλαδή για
ό,τι ακριβώς θέτει ως πρόταγμα η πιο πάνω ρήση του
Μαρξ, παρατηρεί τα εξής:
«Εάν θέλει κανείς να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα, πρέ-
πει πρώτα να ρωτήσει: “τι είναι κοινωνία;” και να μεταστο-
χαστεί σχετικά ότι η σημερινή κοινωνία δεν είναι παρά η
απολυτοποίηση της σύγχρονης υποκειμενικότητας και ότι
αυτή εδώ δεν αφήνει διόλου περιθώρια να διαδραματίσει
ρόλο, να έχει λόγο, μια φιλοσοφία που έχει υπερβεί τη
σκοπιά της υποκειμενικότητας. Ένα άλλο ερώτημα είναι
κατά πόσο μπορεί κανείς να ομιλεί γενικώς για μια αλλαγή
της κοινωνίας. Το ερώτημα για την απαίτηση της αλλαγής
του κόσμου μας οδηγεί πίσω σε μια περιλάλητη ρήση του
Μαρξ από τις “θέσεις για τον Φόυερμπαχ”:

“Οι φιλόσοφοι ως τώρα έχουν μόνο ερμηνεύσει τον κόσμο με


διάφορους τρόπους. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε”.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 191 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

Όταν επικαλείται κανείς αυτή τη ρήση και την εφαρμόζει,


παραβλέπει ότι μια αλλαγή του κόσμου προϋποθέτει μια
αλλαγή της παράστασης για τον κόσμο και μπορεί να α-
ποκτήσει κανείς μια τέτοια παράσταση, μόνο όταν ερμηνεύ-
ει τον κόσμο επαρκώς… Ο Μαρξ δημιουργεί την εντύπωση
ότι ομιλεί αποφασιστικά ενάντια στη φιλοσοφία, ωστόσο
στο δεύτερο μέρος της ρήσης προϋποθέτει ακριβώς, χωρίς
να το αναφέρει ρητά, την απαίτηση για μια φιλοσοφία». 30
Ο Χάιντεγκερ έχει στο νου του εδώ τη μαζική κοινω-
νία της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής, όπου τα
άτομα υπάρχουν ως αφηρημένα όντα, ως γυμνά υποκείμε-
να, πλήρως ανέστια και αποξενωμένα από την απελευθερω-
τική σκέψη και δράση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η ίδια η
κοινωνία έχει εκφυλιστεί σε μια αφηρημένη συντεχνία συμ-
φερόντων και πολιτικών δολοπλοκιών. Ο διευθυντής της
συντεχνιακής αυτής ορχήστρας είναι πάντοτε η αυθαίρετη
υποκειμενικότητα, ενταγμένη σε ένα ωφελιμιστικό πολιτι-
κό μοντέλο, πλήρως δυσαρμονικό προς τις προσδοκίες του
κοινωνικού Είναι των ανθρώπων. Μια τέτοια υποκειμενι-
κότητα είναι και ο πολιτικός ηγεμόνας. Αυθαίρετη υποκει-
μενικότητα αφενός με το νόημα της μιας ή της άλλης θε-
σμισμένης ατομικότητας, η οποία όσο κενή είναι από πε-
ριεχόμενα και νοήματα, τόσο αναλαμβάνει τον ρόλο του
δήμιου ή του θεόπνευστου, και γι’ αυτό «αλάθητου», πολιτι-
κού ή πνευματικού ηγεμόνα· αφετέρου με το νόημα μιας εκ-
φυλισμένης μαζικής «δημοκρατίας» που δεν μπορεί να
σταθεί στο προσκήνιο χωρίς να επιβάλλει «τη δικτατορία
των πολλών» και ως εκ τούτου να μαζοποιεί, να διαφθείρει,
να εξανδραποδίζει τους πάντες και τα πάντα: ανθρώπους,
συνειδήσεις, θεσμούς, ιδεολογίες, επί μέρους συλλογικότη-
τες κ.λπ. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η σκεπτόμενη ατομικότη-
τα ή συλλογικότητα καθίσταται είδος πολυτελείας. Έτσι

30Neske, G. και Kettering, E., (επιμ.), Martin Heidegger im Gespräch. Ne-


ske 1988, σ. 22.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 192 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

παρατηρούμε στην περιοχή της φιλοσοφικής παιδείας και


της επιστήμης, σε διάφορα «μορφωτικά» ιδρύματα, αντί για
σκεπτόμενη ατομικότητα ή συλλογικότητα, να κυριαρχεί
συλλογική αμορφωσιά που εκτοπίζει τη φιλοσοφία σε κά-
ποια σκονισμένη γωνία και ως αντιστάθμισμα προβάλλει
θεωρητικά δόγματα απύθμενης ανοησίας. Παρόμοια συμ-
βαίνει και στο πεδίο της πολιτικής, της οικονομίας, του
κομματικού ανταγωνισμού και σε κάθε παρόμοια σφαίρα
της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επομένως, όπως παρα-
τηρεί ο Χάιντεγκερ, κάθε αλλαγή της κοινωνίας προϋποθέ-
τει παράλληλα και πρωτίστως αλλαγή, μεταβολή στον
τρόπο σκέψης και στάσης, δηλαδή απάρνηση, αποδόμηση
όλου του προαναφερθέντος συρφετού, που αυτοχαρακτηρί-
ζεται συλλογικότητα αλλά στην πράξη αποδεικνύεται ως η
πιο βάρβαρη αστική υποκειμενικότητα.

§4
Η γλαύκα του Χάιντεγκερ …

Εάν ήθελε κανείς να αποτιμήσει συμπερασματικά, θα


μπορούσε ως εξής: η γλαύκα του Χάιντεγκερ πετάει μετά το
σούρουπο του ιστορικού μαρξισμού. Το ως άνω μαρξικό θε-
ώρημα του Πολιτικού, αλλά και γενικότερα το όλον της
μαρξικής θεωρίας, ο Χάιντεγκερ το αντιμετωπίζει με πα-
ραδειγματική οξυδέρκεια. Αν και κατά τεκμήριο δεν είναι
συστηματικός μελετητής του Μαρξ, ωστόσο εξ αιτίας της
βασικής του αρχής να αναζητεί εξαντλητικά την αποκάλυ-
ψη του συγκαλυμμένου στοιχείου του Είναι, να μάχεται
ενάντια στην επικρατούσα λησμονιά του Είναι, γενικότερα
δε να στέκεται στο κέντρο της εκάστοτε βαρύτιμης σκέψης,
όπως είναι η μαρξική, αποφαίνεται δεόντως ότι «η ουσία
του υλισμού δεν έγκειται στoν ισχυρισμό ότι όλα είναι μόνο
ύλη, αλλά μάλλον, σε έναν μεταφυσικό προσδιορισμό,
σύμφωνα με τον οποίο όλα τα όντα εμφανίζονται ως το υ-

© Copyright Φιλοσοφεῖν 193 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

λικό της εργασίας».31 Με μοναδική ακρίβεια εδώ εισχωρεί


στην ουσία του μαρξικού υλισμού και τη συνδέει με την ερ-
γασία ως αυθεντικό τρόπο της ανθρώπινης ζωής και όχι με
ένα είδος αθεϊκά προσανατολισμένου υλοζωϊσμού ή με μια
ανάλογη κοσμολογία της φύσης, όπως πίστευαν πολλοί
διανοούμενοι της εποχής του. Προχωρεί σε μια τέτοια ερ-
μήνευση, έχοντας ήδη γνώση της εγελιανής σύλληψης της
έννοιας και της ουσίας της εργασίας. Ο Χέγκελ στη Φαινο-
μενολογία του πνεύματος κάνει λόγο για την εργασία ως
μια αυτο-καθιδρυμένη διαδικασία παραγωγής, κατά την
οποία η ατομικότητα διαμορφώνεται σε υποκειμενικότητα
και αντικειμενοποιεί το πραγματικό. Είναι αυτοκαθιδρυμέ-
νη, γιατί πίσω από όλη την παραγωγική διαδικασία, με την
οποία συνυφαίνεται ο αυτοπροσδιορισμός της συνείδησης,
ως δρώντος υποκειμένου, βρίσκεται το πνεύμα, εννοημένο
ως η μεταφυσική ουσία της εν λόγω διαδικασίας. Από τη
σκοπιά του ο Χάιντεγκερ συνάπτει την ουσία της εργασίας
με την ουσία της τεχνικής και αντιστοίχως την αποτιμά ως
παραγωγό χρηστικής αξίας. Η εργασία του τεχνίτη κάθε
εξειδίκευσης παράγει αντικείμενα κατάλληλα για χρήση
και ό,τι άλλο που μπορεί να χρησιμοποιείται.
Και σε άλλες αναλύσεις του ο Χάιντεγκερ φαίνεται να
ανατιμά ως κατάκτηση της σκέψης την ενασχόληση του
Μαρξ με καίρια ζητήματα της σύγχρονης ζωής. Με αφορμή
την ιστορικά μοιραία (geschicklich) για τον σημερινό άν-
θρωπο ανεστιότητα, με όρους του Μαρξ την αλλοτρίωση,
την οποία η εν ισχύι σήμερα πολιτική πράξη επιτείνει, αντί
να επιλύει, ο γερμανός φιλόσοφος γράφει σχετικά: «επειδή
ο Μαρξ, καθώς βιώνει την αλλοτρίωση, εισχωρεί σε μια ου-
σιώδη διάσταση της ιστορίας, γι’ αυτό η μαρξική αντίληψη
της ιστορίας είναι ανώτερη από κάθε άλλη ιστοριογραφί-
α».32 Η ανωτερότητα τούτη όμως δεν είναι ο τελευταίος λό-

31 Heidegger, M., Wegmarken. V. Klostermann, 19782, σ. 337.


32 Ό.π., σ. 336.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 194 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

γος της χαϊντεγκεριανής ερμηνευτικής του μαρξισμού, ε-


πειδή η αυτο-ανάπτυξη του τελευταίου τελικά και οριστικά
δεν υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μεταφυσικής. Ως
εκ τούτου, το μαρξικό θεώρημα του Πολιτικού και η μαρξι-
κή θεωρία εν όλω φαντάζει για τον Χάιντεγκερ ως μια α-
στική ιδεολογία ανάμεσα στις τόσες άλλες, με ανεπτυγμέ-
νη την ελευθερία του υποκειμενισμού. Η τελευταία, όπως
μας λέει ο φιλόσοφος, είναι το εγγενές ζωτικό στοιχείο της
νεωτερικής εποχής και υπαγορεύει στάσεις, τρόπους με
τους οποίους μαθαίνουν να διάγουν τον βίο τους οι άν-
θρωποι.33 Το μαρξικό πρόταγμα λοιπόν αποτελεί χαρακτη-
ριστική μορφή υποκειμενισμού αυτής της εποχής, γιατί ως
θεώρημα και πρόγραμμα πολιτικής δράσης δεν διαθέτει
μια θεωρητική και ιστορική αυτονομία, που θα του επέτρε-
πε να γνωρίσει την αληθινή ουσία του ανθρώπου, αλλά αυ-
το-επιβεβαιώνεται ως μια κυρίαρχη, εξουσιαστική δύναμη
που προορίζεται εξ αντικειμένου να υποθάλπει το αναπό-
φευκτο των στάσεων λήθης του Είναι. Ενόσω καθιστά κυ-
ρίαρχη ετούτη τη λήθη, δημιουργεί και παγιώνει μια ανα-
γκαστικά συγκαλυμμένη εγκατάλειψη του Είναι, η οποία
δεν αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του Είναι παρά δίνει
προτεραιότητα στα όντα. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναζωογο-
νεί σε κάθε ιστορική στιγμή τη λήθη του Είναι με τρόπο
που να εισάγει πιο βαθιά μέσα στη ζωή μας ό,τι υποτίθεται
πως αγωνίζεται να υπερβεί.
Εάν επισκοπήσει κανείς την ως τώρα πορεία του μαρ-
ξισμού, διαπιστώνει μια τραγική αποτυχία, σε γενικές
γραμμές, των ιστορικών του εφαρμογών· πράγμα που επι-
βεβαιώνει εν πολλοίς τα παραπάνω λόγια του Χάιντεγκερ.
Τα εκάστοτε πολιτικά και κοινωνικά προτάγματά του, α-
κριβώς επειδή αποτελούσαν ή αποτελούν, ως μεταφυσικά
προτάγματα, παραβλέψεις της αναγκαιότητας του Είναι

33Heidegger, M., Die Geschichte des Seins, GA 69, Klostermann, V., 1998,
σ. 15.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 195 Ιούνιος 2012 (6)


Η πολιτική πράξη στον Heidegger και στον Marx

και συνακόλουθες βλέψεις εγκατάλειψής του, εξέθρεψαν


και εκτρέφουν άσπλαχνα καθεστωτικά μορφώματα εξου-
σίας με «μαρξικό» πρόσημο· τόσο ιδιαζόντως καθεστωτικά
που συχνά πυκνά λειτουργούσαν ή λειτουργούν ως ακυρω-
τικές μηχανές αυτών τούτων των υψηλών στόχων, για την
πραγματοποίηση των οποίων καλούν τις μάζες σε θυσίες
και αυτοθυσίες. Τέτοιες καθεστωτικές δυνάμεις, ανεξάρτη-
τα από τον λεκτικό τους αυτοπροσδιορισμό ως αντικαπιτα-
λιστικές ή αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αποδεικνύονται
στην πολιτική πράξη όχι λιγότερο αστικο-υποχθόνιες, για-
τί πνίγονται μέσα στο πέλαγος των εσωτερικών αντιφάσε-
ων που παράγει ο υποκειμενισμός τους και έτσι αδυνατούν
να δαμάσουν την ψευδή τους συνείδηση, εξ αιτίας της οποί-
ας «ποτέ δεν έμαθαν να εφαρμόζουν τον μαρξισμό στον εαυ-
τό τους και πίστεψαν ότι ο δικός τους μαρξισμός χρησίμευε
μόνο για να ερμηνεύσει τους αστούς, τους καπιταλιστές,
τους αιρετικούς κ.λπ.».34 Τι υπαινίσσεται τούτη η απόφαν-
ση, την οποία μάλιστα καταθέτει ένας μαχόμενος ιταλός
μαρξιστής; Σχεδόν το ίδιο που έχει πει και ο Χάιντεγκερ.
Δηλαδή ότι ο ωφελιμιστικός υποκειμενισμός μαρξιστικής
εκδοχής δεν αποκρίνεται στην κλήση του κοινωνικού Είναι
του ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία η κατατρόπωση της
αστικής ή καπιταλιστικής βαρβαρότητας –αυτής της απει-
λής θανάτου για την κοινωνία– δεν επιτυγχάνεται με την
κατάδειξη ή ανάδειξη απλώς, εκ μέρους του μαρξιστή, του
απάνθρωπου χαρακτήρα της, αλλά πρωτίστως μέσα από
μια διαρκή ριζοσπαστικοποίηση του ίδιου του συμπαντικού
Είναι του μαρξιστικού υποκειμένου.
Ριζοσπαστικοποίηση του συμπαντικού του Είναι ση-
μαίνει να κατανοεί το ίδιο του το γίγνεσθαι ως υπέρβαση
των εσωτερικών του αντιφάσεων και να αίρει διαλεκτικά
ό,τι το μεταποιεί σε αποξενωμένο από τον εαυτό του και

34Πρέβε, Κοστάντσο, Κριτική ιστορία του μαρξισμού, εκδ. ΚΨΜ, Α-


θήνα 2010, σ. 16.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 196 Ιούνιος 2012 (6)


Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

από την κοινωνία πολιτικό υποκείμενο· κατ’ επέκταση ση-


μαίνει ότι αγωνίζεται για αυτή τούτη την αλήθεια του Εί-
ναι και ότι δεν πασχίζει να αντικαταστήσει τις εξουσιαστι-
κές δομές της αστικής υποκειμενικότητας με εξουσιαστικές
δομές μιας άλλης, κατ’ ευφημισμό απελευθερωτικής υπο-
κειμενικότητας, δηλαδή με μια δική του εξουσιαστική υπο-
κειμενικότητα που στο όνομα της απελευθέρωσης της ερ-
γατικής τάξης σκέπτεται και ενεργεί ωφελιμιστικά. Εν τέ-
λει, ο Χάιντεγκερ διαγιγνώσκει πως οποιαδήποτε πολιτική
πράξη μέσα στην κοινωνία από μόνη της, χωρίς το ερώτη-
μα του Είναι, είναι «μια μεγάλη παρανόηση», εφόσον «το
ερώτημα του Είναι και η εκδίπλωση αυτού του ερωτήματος
προϋποθέτουν ακριβώς μια ερμηνεία του Dasein, δηλαδή
έναν προσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου. Και η θεμε-
λιώδης νοητή γραμμή της σκέψης μου είναι ακριβώς τούτη,
ότι δηλαδή το Είναι, ήτοι η αποκαλυπτικότητα του Είναι,
χρειάζεται τον άνθρωπο και ότι αντίστροφα ο άνθρωπος
δεν είναι άνθρωπος παρά στο βαθμό που βρίσκεται μέσα
σε τούτη την αποκαλυπτικότητα του Είναι».35 Το πλέον της
ερμηνείας του Χάιντεγκερ σε σχέση με τα κείμενα του
Μαρξ εντοπίζεται περιεκτικά σε τούτο: εάν ο Μαρξ θέτει το
ερώτημα για τον άνθρωπο, ο Χάντεγκερ ερωτά για την ου-
σία του ανθρώπου.

35Neske, G. και Kettering, E. (επιμ.), Martin Heidegger im Gespräch, ό.π.,


σσ. 22-23.

© Copyright Φιλοσοφεῖν 197 Ιούνιος 2012 (6)